Home » Λογική Χρήση των Αντιπυρετικών Φαρμάκων
ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ, ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ & ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ

Λογική Χρήση των Αντιπυρετικών Φαρμάκων

Reasonable Use of Anti-Pyretic Drugs

Ο πυρετός είναι συχνό σύμπτωμα σε ασθενείς με λοίμωξη, κάκωση ή διάφορες φλεγμονώδεις νόσους. Εκτιμάται ότι 29% έως 36% των νοσοκομειακών ασθενών έχουν πυρετό. Φυσιολογικά, ο πυρετός είναι σύμπλοκος, ισότιμος και αυτό-συγκρατημένη απάντηση που προκαλείται από ομάδα πυρετογόνων. Ο πυρετός σπανίως υπερβαίνει τους 410C στους ανθρώπους και μπορεί να μετριάζεται διαμέσου της φυσικής αντιπυρετικής οδού από τα ενδογενή αντιπυρετικά μόρια. Αναδρομικές κλινικές μελέτες σε ασθενείς με βακτηριαιμία επικίνδυνη για τη ζωή ανέφεραν ότι ασθενείς οι οποίοι ήταν εμπύρετοι είχαν υψηλότερη συχνότητα επιβιώσεως έναντι αυτών που ήταν απύρετοι. Πάντως, άλλες μελέτες με διαφορετικές ομάδες ασθενών, με διαφορετικές υποκείμενες νόσους και με τη χρησιμοποίηση διάφορων ερευνητικών μεθόδων είχαν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αντιφατικών αποτελεσμάτων σχετικά με τις επιδράσεις του πυρετού επί του ξενιστού. Λόγω των ηθικών επιφυλάξεων, έχουν γίνει ολίγες τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες σε ασθενείς, ειδικότερα σε αυτούς με κριτικές νόσους, προκειμένου να εξετασθούν οι εκβάσεις στους εμπύρετους ασθενείς με ή χωρίς αντιπυρετική θεραπεία. Ως φαίνεται υπάρχουν υπέρ και κατά για την ελάττωση της θερμοκρασίας του σώματος σε ασθενείς με πυρετό.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε απαραίτητο να αναφέρουμε τα οφέλη και τα κόστη του πυρετού. Ορισμένες ωφέλιμες επιδράσεις του πυρετού τονίζουν τον κριτικό ρόλο στο αμυντικό σύστημα του οργανισμού. Αυτές επίσης τονίζουν τις λογικές για τη μη καταστολή του πυρετού.

Ωφέλιμες Επιδράσεις του Πυρετού

  • Βελτιώνει την ανοσολογική λειτουργία.
  • Διεγείρει την απελευθέρωση ενδογενών πυρετογόνων και πυροδοτεί σειρά νευρολογικών, ενδοκρινολογικών, μεταβολικών και ανοσολογικών διαταραχών που ονομάζονται οξεία/ψυχρά φάση.
  • Διεγείρει την παραγωγή των Τ-λεμφοκυττάρων και Β-λεμφοκυττάρων (ευθύνονται για την παραγωγή αντισωμάτων).
  • Αυξάνει την παραγωγή ιντερφερόνης στη μάχη του οργανισμού έναντι των ιογενών ουσιών.
  • Αυξάνει τις δυνατότητες εναντίον της λοιμώξεως μέσω της αυξημένης φαγοκυτταρικής δραστηριότητας σε θερμοκρασίες μεταξύ 380C και 400C.
  • Συντηρεί την αναγκαία ενέργεια για την καταπολέμηση της λοίμωξης.
  • Ελαττώνει τα επίπεδα του ελεύθερου σιδήρου προκαλώντας την αύξηση της φερριτίνης εμποδίζοντας την αύξηση και ανάπτυξη μεγάλου αριθμού ιών και βακτηρίων.

Οι Επιδράσεις του Πυρετού Μπορεί να Έχουν Ανεπιθύμητες Ενέργειες

  • Αυξημένη μεταβολική συχνότητα – περίπου 13% για κάθε 10C αύξηση.
  • Αυξημένη καρδιακή συχνότητα, 16-20 σφυγμούς ανά λεπτό, για κάθε 10C αύξηση άνωθεν του φυσιολογικού.
  • Αυξημένη κατανάλωση οξυγόνου – πρόβλημα σε ασθενείς με καρδιακά και πνευμονικά προβλήματα.
  • Αυξημένες καρδιαγγειακές ανάγκες.
  • Αυξημένες ανάγκες του πνευμονικού συστήματος.
  • Επισπεύδει τους εμπύρετους σπασμούς σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 5 ετών.
  • Καθιστά το άτομο και ειδικότερα τα παιδιά, στενάχωρο και ευερέθιστο καθιστώντας δύσκολη την αξιολόγηση της υποκείμενης νόσου και
  • Ο υψηλός πυρετός:
  • ≥400C δεν αυξάνει την ανοσολογική εξεργασία και
  • Θα πρέπει να αποφεύγεται σε εξασθενημένους/αδύναμους ασθενείς

Αν και η σύνθετη βιοχημεία των αντιπυρετικών φαρμάκων αρχίζει και γίνεται καλά κατανοητή, οι ενδείξεις χρησιμοποίησής τους παραμένουν ασαφείς. Δεν είναι σαφές εάν η ελάττωση του πυρετού τελικά ωφελεί τον ασθενή,  με δεδομένο μάλιστα τα στοιχεία από πειραματικά μοντέλα που δείχνουν το σημαντικό ρόλο του πυρετού στην άμυνα του οργανισμού.

Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα συμφωνούν σε δύο σημεία: Το ύψος του πυρετού είναι συνήθως ανάλογο της λοίμωξης και ότι οι αυξημένες θερμοκρασίες καταστέλλουν το ρυθμό ανάπτυξης των παθογόνων.

Ο ιατρός που αποφασίζει να δώσει κάποιο αντιπυρετικό θα πρέπει να έχει δύο πράγματα στο μυαλό του: α) ο πυρετός είναι τουλάχιστον επιβλαβής και β) η καταστολή του θα μειώσει την βλαπτική του επίδραση. Ωστόσο, στην κλινική πράξη τα όρια αυτά δεν είναι πάντοτε σαφή.

Σήμερα η ελάττωση του πυρετού θεωρείται επιτακτική σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Τα παιδιά, που παρουσιάζουν κίνδυνο εμφάνισης πυρετικών σπασμών, οι ασθενείς με σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα και οι πολύ ηλικιωμένοι, όταν δεν ανέχονται τον πυρετό, αποτελούν τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Δυστυχώς, η αντιπυρετική θεραπεία δεν φαίνεται ότι αποτελεί αποτελεσματικό μέτρο για την πρόληψη των πυρετικών σπασμών. Ακόμη, η χρησιμοποίηση ψυχρών επιθεμάτων σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα έχει συσχετισθεί με την εμφάνιση αγγειοσύσπασης στα στεφανιαία.

Στην καθημέρα πράξη, οι κλινικοί ιατροί συχνά χρησιμοποιούν τα αντιπυρετικά σκευάσματα με το σκεπτικό της ελάττωσης του μεταβολικού κόστους που προκαλεί στον ασθενή η αυξημένη θερμοκρασία του σώματος. Στην πραγματικότητα όμως, η πιο συχνή αιτία μειώσεως της θερμοκρασίας του σώματος είναι η ανάγκη να νιώσει ο ασθενής καλύτερα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν είναι αποκλειστικά ο πυρετός η αιτία που ο ασθενής δεν αισθάνεται καλά. Το μεγαλύτερο μερίδιο το έχει η ανοσολογική απόκριση που συνοδεύει τη νόσο και η κυκλοφορία στο αίμα αυξημένων συγκεντρώσεων κυτοκινών.

Υποθέτουμε ότι ο πυρετός τείνει να γίνει βλαπτικός όταν συνοδεύεται από υπερπαραγωγή κυτταροκινών και άλλων φλεγμονωδών μεσολαβητών. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια έντονη φλεγμονώδη αντίδραση, με πολύ υψηλό πυρετό και αυξημένη αγγειακή διαρροή.

Από την άλλη πλευρά, ο πυρετός αποτελεί έναν σημαντικό δείκτη της δραστηριότητας της νόσου. Συνεπώς, η καταστολή του στερεί τον ιατρό από ένα κλινικό διαγνωστικό όπλο. Μάλιστα, υπάρχουν μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς που δείχνουν ότι αλλάζει και η συνταγογραφική συμπεριφορά του ιατρού όταν κάποιο παιδί παίρνει αρκετά συχνά αντιπυρετικά σκευάσματα.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί την ιατρική κοινότητα είναι κατά πόσον η μη ορθολογική χρήση αντιπυρετικών φαρμάκων επηρεάζει τη φυσική πορεία και την έκβαση της νόσου. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι η χρήση αντιπυρετικών σε κάποια λοίμωξη αυξάνει τη νοσηρότητα και θνητότητα του ξενιστού. Μάλιστα, η αντίληψη ότι η χρήση αντιπυρετικών σκευασμάτων καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα υπάρχει από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν παρατηρήθηκε επανενεργοποίηση λοιμώξεων μετά από χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (NSAIDs). Σήμερα τα δεδομένα παραμένουν αντιφατικά. Ακόμη περισσότερο, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τις σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες και την τοξικότητα που παρουσιάζουν πολλά από τα αντιπυρετικά σκευάσματα.

Αν και ο πυρετός μπορεί να αντιμετωπιστεί ευκόλως με την κατάλληλη θεραπεία, αυτός μπορεί επίσης να είναι ένδειξη σοβαρής υποκείμενης νόσου, όπως είναι η οξεία λοίμωξη, που χρειάζεται άμεση εκτίμηση και θεραπεία. Οι πλείστοι των πυρετών προκαλούνται από μικρόβια (βακτήρια, ιοί, μύκητες και yeast), αλλά μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα άλλων νοσολογικών οντοτήτων.

Θεραπεία του Πυρετού

Η ανακούφιση της δυσφορίας και η ελάττωση της θερμοκρασίας του σώματος στο φυσιολογικό επίπεδο είναι οι κύριοι σκοποί στη θεραπεία του πυρετού, αλλά είναι επίσης σημαντική η προσπάθεια για τη διαπίστωση και θεραπεία του πυρετού της υποκείμενης νόσου. Όπως είναι γνωστό, η θεραπεία του πυρετού περιλαμβάνει τη χρήση αντιπυρετικών φαρμάκων και μη φαρμακολογικών μεθόδων.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, στα αντιπυρετικά φάρμακα περιλαμβάνονται η ασπιρίνη, παρακεταμόλη και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα είναι τα πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενα. Η λογική χρήση των αντιπυρετικών φαρμάκων βασίζεται σε ορισμένους κανόνες όπως αναλύονται κατωτέρω.

  1. Η καταστολή του πυρετού μπορεί να μην είναι επιβλαβής: Είναι σημαντικό να κατανοηθεί σαφώς ότι ο πυρετός είναι επωφελής απάντηση υπέρ του ξενιστού. Το ερώτημα που γεννάται είναι κατά πόσον ο πυρετός θα πρέπει να καταστέλλεται και πότε μπορεί αυτό να είναι επιβλαβές. Ολίγες μελέτες έχουν δείξει ότι η καταστολή του πυρετού μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη πτώση των ιών ή παρασιταιμίας από ελονοσία προκαλούσα παράταση της νόσου και καθυστέρηση της ανανήψεως. Παρά ταύτα, οι περισσότερες μελέτες δεν είναι ικανές να υποστηρίξουν το εν λόγω συμπέρασμα. Δεν υπάρχουν μελέτες που να κατοχυρώνουν την ύπαρξη ανεπιθύμητων επιδράσεων της καταστολής του πυρετού επί της ανοσολογικής λειτουργίας. Πάντως, παραμένει ακόμη αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσον που δεν είναι επιβλαβής η καταστολή του πυρετού και αν αυτή είναι απαραίτητη.
  2. Μπορεί να είναι συνετή η καταστολή του πυρετού μόνον όταν αυτός φθάνει πέραν ορισμένου βαθμού: Ο πυρετός είναι ωφέλιμος μέχρι κάποιου ορισμένου βαθμού, πέραν του οποίου αυτός μπορεί να είναι αιτία λογικής δυσφορίας και κατά το χρονικό διάστημα των εμπύρετων σπασμών. Γενικά, πυρετός μεγαλύτερος των 38,90C, μπορεί να θεωρηθεί ωφέλιμος, ασφαλής και μη προκαλών δυσφορία και επίσης μπορεί να μην συμβαίνει κάτι το ιδιαίτερο. Πυρετός μεταξύ 38,90C και 400C μπορεί να είναι ωφέλιμος αλλά προκαλεί δυσφορία και όθεν η ελάττωση του πυρετού στο επίπεδο κάτωθεν του 38,90C μπορεί να προκαλεί ανακούφιση στον ασθενή. Αυτό δύναται να επιτευχθεί με την εφαρμογή απλών μέτρων. Οπωσδήποτε, εάν ο πυρετός είναι μεγαλύτερος των 400C, αυτός μπορεί να είναι επιβλαβής και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια άμεσης ελάττωσης.
  3. Η ελάττωση του πυρετού μπορεί να μην είναι απαραιτήτως χρήσιμη: Το αίσθημα της ανακουφίσεως είναι υποκειμενικό και ως εκ τούτου μπορεί να είναι ανώφελο παρά την ελάττωση του πυρετού. Αν και οι εμπύρετοι σπασμοί παρατηρούνται συνήθως σε υψηλούς βαθμούς πυρετού, τότε η απλή και μόνο ελάττωση του πυρετού δεν είναι ασφαλής εναντίον του εν λόγω συμβάντος. Παρά ταύτα, αν και ο πυρετός είναι φοβία ως παγκόσμιο φαινόμενο, η προσπάθεια για την ελάττωση του πυρετού αποτελεί τόνωση του ηθικού για το περιβάλλον των ασθενών και παρομοίως στους ιατρούς.
  4. Ο πυρετός μπορεί να κατασταλεί με τη χρήση αντιπυρετικών ή φυσικών ψυκτικών μεθόδων: Είναι συνήθης η χρήση αντιπυρετικών από το στόμα για την ευκολία και αποδοχή. Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταστολή του πυρετού είναι η παρακεταμόλη, ασπιρίνη, ιμπουπροφαίνη και η νιμεσουλίδη. Οι φυσικές ψυκτικές μέθοδοι περιλαμβάνουν ελαφρώς υγρούς σπόγγους, μπάνιο ή φύσημα αέρος. Συγκριτικές μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει σαφής υπεροχή της οποιαδήποτε μεθόδου έναντι άλλης. Πράγματι, ελεγχόμενες διπλές τυφλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ευεργετικές επιδράσεις είναι παρόμοιες με οποιαδήποτε των μεθόδων. Είναι σαφές ότι οι αιτίες του πυρετού καθορίζουν την απάντηση στα αντιπυρετικά και δεν αποτελεί έκπληξη ότι ακόμη και το placebo μπορεί να είναι αποτελεσματικό σε ελεγχόμενες μελέτες.
  5. Η εκλογή του αντιπυρετικού είναι συζητήσιμη: Είναι ασφαλές ότι θα πρέπει να συζητείται η εκλογή του αντιπυρετικού, καθόσον όλα τα αντιπυρετικά είναι εξ ίσου αποτελεσματικά. Η ασπιρίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για το φόβο του συνδρόμου Reye, εκτός του κινδύνου της μεταβολικής οξέωσης και κώματος. Η παρακεταμόλη είναι παραδοσιακά αποδεκτή ως ασφαλής, γεγονός που βασίζεται σε μεγάλη εμπειρία μετά από πολλά χρόνια. Αυτή έχει ένα θεραπευτικό παράθυρο και αυτό είναι η βραχεία διάρκεια δράσης και ως εκ τούτων η χορήγηση του φαρμάκου μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4-6 ώρες. Ιδεωδώς, το φάρμακο που χρησιμοποιείται απλώς και μόνον για τη συμπτωματική ανακούφιση θα πρέπει να έχει βραχεία δράση ούτως ώστε να μπορεί να επαναλαμβάνεται η χορήγησή του όταν είναι αναγκαίο και φαίνεται ότι η παρακεταμόλη πληρεί τα εν λόγω κριτήρια. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες της παρακεταμόλης είναι ήπιες και παρατηρούνται ως τυχαίες ή κατόπιν υπερδοσολογίας. Ο μεταβολισμός της παρακεταμόλης σε υγιή άτομα έχει κιρκάδιο ρυθμό και ως εκ τούτου η ηπατική τοξικότητα μπορεί να σχετίζεται επίσης με το χρόνο της δόσης. Η υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη είναι σπάνια. Η παρακεταμόλη έχει βρεθεί ότι είναι ασφαλής όταν χορηγείται στη σωστή δόση ακόμη και σε ασθενείς με ηπατικές νόσους. Η ιμπουπροφαίνη θεωρείται ασφαλής, μπορεί, όμως να προκαλέσει δυσπεψία, ναυτία, έμετο και ενίοτε γαστρεντερική αιμορραγία. Αυτή μπορεί να χορηγείται κάθε 6-8 ώρες. Μπορεί να θεωρηθεί ως εναλλακτική της παρακεταμόλης. Η νιμεσουλίδη έχει το μειονέκτημα της μακράς διαρκείας δράση και ιδεωδώς θα πρέπει να χορηγείται κάθε 12 ώρες. Έχει μικρό θεραπευτικό παράθυρο και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.
  6. Όλα τα αντιπυρετικά είναι εξίσου αποτελεσματικά εάν χρησιμοποιηθεί η κατάλληλη δόση: Οι ισοδύναμες δόσεις της παρακεταμόλης, ιμπουπροφαίνης και νιμεσουλίδης είναι 10-15mg/Kg, 8-10mg/Kg και 2,5mg/Kg, αντιστοίχως. Το χρονικό διάστημα χορηγήσεως μεταξύ των δόσεων είναι σημαντικό και ενώ η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια δια της χορηγήσεως κάθε 4-6 ώρες, για τη νιμεσουλίδη η ιδεώδης χρήση είναι μόνο δύο φορές ημερησίως. Για τους λόγους αυτούς η χρήση της νιμεσουλίδης πρέπει να αποφεύγεται.
  7. Η χορήγηση των αντιπυρετικών σε σταθερό συνδυασμό δόσεως είναι πέραν αμφιβολίας λογική: Η χορήγηση διπλής δόσεως ενός απλού αντιπυρετικού αναμένεται να έχει καλύτερη ανταπόκριση. Οπωσδήποτε, το αντιπυρετικό ιδεωδώς χορηγείται σε διαφορετική συχνότητα. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει πλεονέκτημα της χορήγησης αυτών σε συνδυασμό.
  8. Η οδός χορήγησης του αντιπυρετικού έχει σημαντική διαφορά όσον αφορά την επίδραση: Η χορήγηση από το ορθό έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως και η παρακεταμόλη χορηγούμενη μέσω της ορθικής οδού σε διπλή δόση είναι καλώς ανεκτή. Αλλά, δεν υπάρχει πλεονέκτημα της ορθικής οδού έναντι της στοματικής οδού όσον αφορά την αντιπυρετική αποτελεσματικότητα.

Εν κατακλείδι, δύναται να αναφερθεί ότι η χρήση των αντιπυρετικών φαρμάκων θα πρέπει να περιορίζεται απλώς και μόνο για την ανακούφιση και πρόληψη του πυρετού από ενδεχόμενη αύξηση μέχρι σε επικίνδυνο βαθμό. Αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται μόλις αρχίσει η θερμοκρασία να επανέρχεται στο φυσιολογικό. Υπό την άποψη της συγκριτικής αντιπυρετικής αποτελεσματικότητας, αλλά και από πλευράς καλύτερης ανεκτικότητας, η παρακεταμόλη όταν χρησιμοποιείται καταλλήλως στην δέουσα μορφή θα πρέπει να παραμένει στην πρώτη θέση της θεραπείας στον εμπύρετο ασθενή. Η παρακεταμόλη είναι ασφαλές φάρμακο και θα πρέπει να είναι το φάρμακο εκλογής στις περισσότερες καταστάσεις. Τα φυσικά ψυκτικά μέτρα είναι παρομοίως αποτελεσματικά και μπορεί να αντικαταστήσουν τη χρήση του αντιπυρετικού φαρμάκου. Με βάση την έλλειψη ενδείξεων που να υποστηρίζουν τα οφέλη της ελαττώσεως του πυρετού, πρέπει να προτιμάται η χρήση του φαρμάκου έναντι των φυσικών μέτρων, είναι δε ποιοτικώς λογικό η αποδοχή της παρακεταμόλης.

Ανεπιθύμητες Ενέργειες των Αντιπυρετικών Φαρμάκων

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιπυρετικών φαρμάκων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οποτεδήποτε σχεδιάζεται αυτή η θεραπεία. Οι πλέον συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs) είναι η γαστρεντερική τοξικότητα. Οι τοξικές επιδράσεις των NSAIDs μπορεί να διαιρεθούν σε τρείς κατηγορίες: βλάβες του βλεννογόνου, γαστρεντερική δυσφορία (π.χ. δυσπεψία) και σοβαρές γαστρεντερικές επιπλοκές (π.χ. διάτρηση πεπτικού έλκους, γαστρεντερική αιμορραγία). Περίπου 10-20% των ασθενών που χρησιμοποιούν NSAIDs εμφανίζουν δυσπεψία. Είναι σημαντικό ότι οι περισσότεροι ασθενείς που αναπτύσσουν γαστρεντερικές επιπλοκές δεν αναφέρουν την ύπαρξη προηγούμενων γαστρεντερικών συμπτωμάτων. Παράγοντες κινδύνου για σοβαρή τοξικότητα προκαλούμενη από τα NSAIDs συμπεριλαμβάνουν τις υψηλές δόσεις, προκεχωρημένη ηλικία, ιστορικό πεπτικού έλκους ή γαστρεντερικής αιμορραγίας, ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών ή αντιπηκτικών φαρμάκων και βραχεία διάρκεια θεραπείας. Οι εκλεκτικοί αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) φαίνεται ότι προκαλούν ολιγότερα επεισόδια γαστρεντερικής αιμορραγίας έναντι των μη εκλεκτικών NSAIDs. Η ηπατοτοξικότητα είναι η πλέον σημαντική μορφή τοξικότητας της παρακεταμόλης, ενώ είναι ολιγότερο συχνή με τους αναστολείς της COX-2. Η νεφροτοξικότητα είναι μεγάλη ενδιαφέρουσα ανεπιθύμητη ενέργεια των αναλγητικών φαρμάκων.

Συμπέρασμα

Η χρήση των αντιπυρετικών φαρμάκων θα πρέπει να περιορίζεται απλώς για τη συμπτωματική ανακούφιση και πρόληψη του πυρετού από την αύξηση σε επικίνδυνο βαθμό. Αυτά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται απλά και μόνο για να φέρουν τον πυρετό στο φυσιολογικό. Λαμβάνοντας υπόψιν την ανάλογη αντιπυρετική αποτελεσματικότητα, αλλά και την καλύτερη ασφάλεια και ανοχή, η παρακεταμόλη όταν χρησιμοποιείται καταλλήλως, θα πρέπει να αποτελεί την πρώτης σειράς θεραπεία στην αντιμετώπιση του πυρετού στις περισσότερες περιπτώσεις. Τα φυσικά μέτρα ψύξεως είναι παρομοίως αποτελεσματικά και μπορεί να αντικαταστήσουν τη χρήση του αντιπυρετικού φαρμάκου. Πάντως, δεν υπάρχει ένδειξη που να υποστηρίζει τα οφέλη της ελάττωσης του πυρετού και για αυτό είναι εντελώς λογική η αποδοχή της παρακεταμόλης έναντι των φυσικών μεθόδων ψύξεως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Adams AM. Fever: measuring and management. Pediatr Rev 2013; 34: 368-370.
  2. Barone J. Fever: fact and fiction. J Trauma Injury Infect Crit Care 2009; 67: 406-409.
  3. Carey JV. Literature review: should antipyretics therapies routinely be administered to patients with corrected fever? J Clin Nurs 2010; 19: 2377-2393.
  4. Greisman LA, Mackowiak PA. Fever: beneficial and detrimental effects of antipyretics. Curr Opin Infect Dis 2002; 15: 241-245.
  5. Henker R, Carlson KK. Fever: applying research to bedside practice. AACN Adv Care 2007; 18: 76-87.
  6. Mackowiak PA. Brief history of antipyretic therapy. Clin Infect Dis 2000; 31 (Suppl 5): S154-S156.
  7. Mackowiak PA. Physiological rationale for suppression of fever. Clin Infect Dis 2000; 31 (Suppl 5): S185-S189.
  8. Niven DJ, Stelfox HT, Laupland KB. Antipyretic therapy in febrile critically ill adults: a systematic review and meta-analysis. J Crit Care 2013; 28: 303-310.
  9. Oatzed M. Management of fever in older adults. J Gerontol Nurs 2009; 35: 17-23.
  10. Sherman JM, Sook SK. Current challenges in the diagnosis and management of fever. Curr Opin Pediatr 2012; 24: 400-406.
  11. Schulman CI, Namias N, Doherty J, et al. The effect antipyretic therapy upon outcomes in critically ill patients: a randomized, prospective study. Surg Infect 2005; 6: 369-375.
  12. Sullivan JE, Farrar HC. Fever and antipyretic use in children. Pediatrics 2011; 127: 580-587.