Home » Αντιπυρετική Θεραπεία στην Γρίππη: Ωφέλιμη ή Επιβλαβής;
ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ, ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ & ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ

Αντιπυρετική Θεραπεία στην Γρίππη: Ωφέλιμη ή Επιβλαβής;

Antipyretic Therapy for Influenza: Benefit or Harm?

Η γρίππη είναι μια εξαιρετικά μολυσματική νόσος η οποία προσβάλλει παιδιά και ενήλικες κάθε ηλικίας. Αυτή παρατηρείται πλέον συχνά τους χειμερινούς μήνες του έτους επειδή ο συγχρωστισμός των ατόμων είναι στενός σε αυτή την περίοδο. Η γρίππη διασπείρεται ευκόλως από άτομο εις άτομο με τον βήχα, πτάρνισμα ή επαφή επιφανειών.

Η θεραπεία της γρίππης είναι συμπτωματική και η θεραπεία των συμπτωμάτων μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να αισθάνεται καλύτερα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η γρίππη θα υποχωρήσει ταχύτερα. Γενικότερα και λόγω της απουσίας ευρέως διαθέσιμων ειδικών θεραπειών, η προσοχή εστιάζεται στην αντιμετώπιση των συνοδών συμπτωμάτων, όπως ο πυρετός.

Οι οδηγίες συνιστούν όπως σε περιπτώσεις γρίππης, επιδημίας ή πανδημίας, την εφαρμογή αντιπυρετικής θεραπείας με παρακεταμόλη ή ιμπουπροφένη για την θεραπεία του πυρετού και των συστηματικών συμπτωμάτων της γρίππης, σε αμφότερους παιδιά και ενήλικες. Αυτή η σύσταση είναι επιφυλακτική δια της παραδοχής ότι υπάρχει μικρά επιστημονική ένδειξη για την προσέγγιση αλλά η εμπειρία υποδεικνύει ότι αυτή μπορεί να βοηθήσει και είναι απίθανο να προκαλέσει βλάβη. Οπωσδήποτε, υπάρχει η ένδειξη ότι ο πυρετός είναι φυλογεννετικώς συνδεδεμένη αντίδραση του ξενιστού στην λοίμωξη και η θεραπεία με αντιπυρετικά μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην πορεία των λοιμωδών νόσων. Στα πειραματόζωα, η αντιπυρετική θεραπεία αυξάνει τον κίνδυνο της θνητότητας που οφείλεται σε βακτηριακές, ιογενείς και παρασιτικές λοιμώξεις. Στους ανθρώπους, η χρήση της παρακεταμόλης σε ασθενείς με σοβαρά σήψη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της θνητότητας. Η παρακεταμόλη και/ή ασπιρίνη αυξάνουν τη διάρκεια της ιογενούς διασκορπίσεως σε λοίμωξη από ρινοϊό, παρατείνουν την παρασιταιμία στην ελονοσία και επιβραδύνουν την επούλωση των δερματικών βλαβών στην ανεμευλογιά. Η σύσταση της χρήσης αντιπυρετικών φαρμάκων στην γρίππη μπορεί να μην βασίζεται στο ισοζύγιο της διαθέσιμης ενδείξεως η οποία υποδεικνύει ότι η χρήση της αντιπυρετικής θεραπείας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για ανεπιθύμητη έκβαση της γρίππης. Για το κατά πόσον πρέπει να χορηγηθεί αντιπυρετική θεραπεία σε ασθενείς με γρίππη πρέπει να ληφθούν υπόψιν ορισμένες παράμετροι οι οποίες αναφέρονται στη θερμοκρασία από τη γρίππη, την άμυνα του ξενιστού και τις επιδράσεις της θεραπείας επί της εκβάσεως της γρίππης.

Ως προς τη θερμοκρασία και τη σχέση των ιών της γρίππης, είναι γνωστό ότι αυτή είναι θερμοευαίσθητος, καθόσον η αναδίπλωση του ιού αναστέλλεται εντός του φυσιολογικού ορίου του πυρετού που προκαλείται από τη γρίππη. Πράγματι, σε θερμοκρασίες μεταξύ 330C και 370C έχουμε αναδίπλωση του ιού στην ανωτέρα αναπνευστική οδό, ενώ παρατηρείται αναστολή της αναδιπλώσεως και βλάβης της δομής του ιού σε θερμοκρασίες 38 0C έως 410C. Στους ανθρώπους, η μολυσματικότητα του ιού καθορίζεται από την ευαισθησία στην θερμοκρασία δια της οποίας η λοίμωξη που προκαλείται από στελέχη με θερμοκρασία 380C έχει ήπια συμπτώματα και σε αυτούς με θερμοκρασία 390C που είναι πλέον συμπτωματική. Οι παρατηρήσεις αυτές υποδεικνύουν ότι η αντιπυρετική θεραπεία μπορεί να ελαττώσει την εμπύρετη αντίδραση η οποία μπορεί κατά τα άλλα να αναστέλλει την αναδίπλωση του ιού της γρίππης και ως εκ τούτου πιθανώς θα επιδεινώσει την διάρκεια και τη βαρύτητα της νόσου.

Η αύξηση της θερμοκρασίας επίσης συνοδεύεται με ένα ευρύ φάσμα ανοσολογικών επιδράσεων που σχετίζονται με την άμυνα του ξενιστού εναντίον της γριππώδους λοιμώξεως (μεγάλο πολλαπλασιασμό των λεμφοκυττάρων και μακροφάγων και αυξημένη παραγωγή και δραστηριότητα των κυτοκινών, όπως η ιντερφερόνη). Κατά πόσο η ελάττωση του φυσιολογικού πυρετού με αντιπυρετικά φάρμακα τροποποιεί αυτές τις ανοσολογικές αντιδράσεις επηρεάζοντας έτσι τις κλινικές εκβάσεις εξακολουθεί να μην είναι γνωστή.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν τυχαιοποιημένες placebo – ελεγχόμενες μελέτες για τη χρήση των αντιπυρετικών φαρμάκων στην γρίππη των ανθρώπων που να υποστηρίζουν την αύξηση της θνητότητας, σε αντίθεση με τα πειραματόζωα.

Ως συμπέρασμα δύναται να διατυπωθεί η άποψη ότι είναι ανεπαρκής η ένδειξη για να υποστηρίξει την χρήση των αντιπυρετικών φαρμάκων στην θεραπεία των ασθενών με γρίππη. Με βάση την περιορισμένη αυτή ένδειξη υποδεικνύεται ότι η χορήγηση αντιπυρετικών φαρμάκων μπορεί να έχει την πιθανότητα αύξησης της βαρύτητας της γριππώδους νόσου και τον κίνδυνο της θνητότητας. Πάντως, και προς διευκρίνιση αυτής της κατάστασης, χρειάζονται μεγάλες και εμπεριστατωμένες μελέτες. Η απουσία αυτών των μελετών μπορεί να οφείλεται στην βαθέως επικρατούσα απώθηση της αντιπυρετικής φοβίας από την προ-επιστημονική ιατρική όταν ο πυρετός ήταν κατανοητός ως νόσος αυτός καθεαυτός.

Ένας διάσημος ιατρός του δεκάτου εβδόμου αιώνα, ο Thomas Sydenham είπε: “Ο πυρετός είναι φυσική μηχανή η οποία μας φέρνει στο πεδίο για την εξάλειψη του εχθρού”. Αμφότεροι ιατροί και άτομα δεν έχουν παρά ταύτα αντιληφθεί σαφώς την πλήρη σημασία και τη δυναμικότητα αυτής της καταστάσεως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Anonymous. Antipyretic therapy for influenza infection – benefit or harm? New Zeal Med J 2011; 124-137.
  2. Eyes S, Weatherall M, Shirtcliffe Ph, et al. the effect of mortality of antipyresis in the treatment of influenza infection: systematic review and meta-analysis. J R Soc Med 2010; 103: 403-411.
  3. Mackowiack PA. What we do when we suppress fever. Curr Infect Dis Rep 2005; 71: 1-4.