Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Υψηλής Ευαισθησίας Καρδιακή Τροπονίνη Ι και Οξέα Στεφανιαία Σύνδρομα

High Sensitivity Cardiac Troponin I and Acute Coronary Syndromes

 

Όταν οι ασθενείς με θωρακικό άλγος (ή άλλα συμπτώματα που υποδηλώνουν οξύ στεφανιαίο σύνδρομο – ΟΣΣ) παρουσιάζονται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, η αντιμετώπιση συνίσταται στην ταχεία έρευνα για τον αποκλεισμό του ΟΣΣ. Το οξύ στεφανιαίο σύνδρομο αντιπροσωπεύει ένα εύρος κλινικών εκδηλώσεων της ισχαιμίας του μυοκαρδίου που τοποθετείται από το έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανύψωση του ST-τμήματος μέχρι το έμφραγμα με μη ανυψωμένο ST-τμήμα και ασταθή στηθάγχη1-3. Το έμφραγμα του μυοκαρδίου με ST-τμήμα ανυψωμένο διαγιγνώσκεται από τα ειδικά ευρήματα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και προμηνύει υψηλό κίνδυνο θανάτου. Το έμφραγμα του μυοκαρδίου με ST-τμήμα μη ανυψωμένο και η στηθάγχη τυπικώς προκαλούνται από την παρουσία εμφράγματος του μυοκαρδίου και είναι συχνά κλινικώς δυσδιάκριτα επειδή υπάρχει ομοιότητα στα συμπτώματα και διαλείποντα ή μη ειδικά ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα κατά την παρουσίαση. Το 2000, η European Society of Cardiology και το American College of Cardiology (ESC/ACC) από κοινού αναθεώρησαν την νέκρωση του μυοκαρδίου για να ενσωματώσουν τους προσδιορισμούς της καρδιακής τροπονίνης (cTn) ως διαγνωστικό προσδιορισμό. Το 2007, οι ESC/ACC/ American Heart Association (AHA) εκσυγχρόνισαν τον ορισμό του εμφράγματος του μυοκαρδίου και υποστήριξαν ότι η «αύξηση και / ή πτώση» της cTn κατά την διάρκεια των έξι έως εννέα ωρών της χρονικής περιόδου που χρησιμοποιείται για το ανωτέρο όριο του φυσιολογικού (99th αναλογία) στον πληθυσμό αναφοράς ως προλεγομένη για να ταξινομηθεί ως οξύ και αναπτυσσόμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου3. Οι σχεδιαζόμενος χρόνος για την αξιολόγηση της cTn, μετά την πρώτη μέτρηση έχει ελαττωθεί στις τρείς έως έξη ώρες στην Τρίτη γενική αποδοχή εμφράγματος του μυοκαρδίου του 20124.

Οι καρδιακές τροπονίνες έχουν επί μακρόν χρησιμοποιηθεί ως βιοδείκτες εκλογείς στην βοήθεια της διαγνώσεως του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Οι c-Τροπονίνη Τ και c-Τροπονίνη Ι είναι ειδικές καρδιακές δομικές πρωτεΐνες. Εάν υπάρχει βλάβη στο μυοκύτταρο θα απελευθερωθεί τροπονίνη. Αυτή δεν δεικνύει τον μηχανισμό της μυοκυτταρικής βλάβης.    

Αυτή έχει από 0,5μg/L στις πρώτης γενεάς δοκιμασίες προς τα σύγχρονα επίπεδα των 0,05-0,1μg/L (Τρίτη γενεά), η οποία χρησιμοποιείται ακόμη ευρέως. Προσφάτως αναπτύχθηκαν δοκιμασίες υψηλής ευαισθησίας της τροπονίνης με τις οποίες μετρώνται πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις (συγκεντρώσεις της τάξεως των 0,003μg/L ή 3ng/L). Αυτές οι δοκιμασίες έχουν βελτιώσει τον προσδιορισμό των κατωτέρων επιπέδων, επιτρέποντας την μέτρηση των επιπέδων της τροπονίνης ακόμη και σε υγιή άτομα6. Η hscTN θα αρχίσει να αυξάνεται 3-4 ώρες μετά την βλάβη και μπορεί να παραμείνει αυξημένη για περισσότερο των 2 εβδομάδων. Αυτή η υπερβολικά ευαίσθητη δοκιμασία εξαλείφει την ανάγκη για αναμονή αρκετών ωρών μετά την εμφάνιση των θωρακικών αλγεινών συμπτωμάτων, όπως συνέβαινε με τις προηγούμενες δοκιμασίες, προκειμένου να καταστεί πραγματικώς διαπιστωσίμη η κυκλοφορούσα τροπονίνη για την κατοχύρωση ή αποκλεισμό του εμφράγματος του μυοκαρδίου.. συνέχεια....

 

<< Back